合歓
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
Άλλες αναγνώσεις: ねむ
- 01 επίσημο κοινή απόλαυση (ιδιαίτερα σεξουαλικής φύσης), συνεύρεση
- 02 συντομογραφία ακακία η κωνσταντινοπολίτισσα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 合歓する
- Παρόν (ευγενικό)
- 合歓します
- Άρνηση (απλή)
- 合歓しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 合歓しません
- Παρελθόν (απλό)
- 合歓した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 合歓しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 合歓しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 合歓しませんでした
- Τε-μορφή
- 合歓して
- Δυνητική
- 合歓できる
- Προστακτική
- 合歓しろ
- Βουλητική
- 合歓しよう
- Υποθετική (ば)
- 合歓すれば
- Υποθετική (たら)
- 合歓したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 合歓したい
- Απαγορευτική (~な)
- 合歓するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 合歓しなさい
- Παθητική
- 合歓される
- Αιτιατική
- 合歓させる