ごう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εξορθολογισμός, ευθυγράμμιση με τη λογική, αιτιολόγηση
  2. 02 εξορθολογισμός (εταιρείας, βιομηχανίας κ.λπ.), βελτιστοποίηση, αύξηση της αποδοτικότητας
  3. 03 εξορθολογισμός

Κλίση

Παρόν (απλό)
合理化する
Παρόν (ευγενικό)
合理化します
Άρνηση (απλή)
合理化しない
Άρνηση (ευγενική)
合理化しません
Παρελθόν (απλό)
合理化した
Παρελθόν (ευγενικό)
合理化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
合理化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
合理化しませんでした
Τε-μορφή
合理化して
Δυνητική
合理化できる
Προστακτική
合理化しろ
Βουλητική
合理化しよう
Υποθετική (ば)
合理化すれば