がっぴつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνένωση οικοπέδων, αναδασμός γη

Κλίση

Παρόν (απλό)
合筆する
Παρόν (ευγενικό)
合筆します
Άρνηση (απλή)
合筆しない
Άρνηση (ευγενική)
合筆しません
Παρελθόν (απλό)
合筆した
Παρελθόν (ευγενικό)
合筆しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
合筆しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
合筆しませんでした
Τε-μορφή
合筆して
Δυνητική
合筆できる
Προστακτική
合筆しろ
Βουλητική
合筆しよう
Υποθετική (ば)
合筆すれば