ごうきん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κοίμηση στο ίδιο κρεβάτι

Κλίση

Παρόν (απλό)
合衾する
Παρόν (ευγενικό)
合衾します
Άρνηση (απλή)
合衾しない
Άρνηση (ευγενική)
合衾しません
Παρελθόν (απλό)
合衾した
Παρελθόν (ευγενικό)
合衾しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
合衾しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
合衾しませんでした
Τε-μορφή
合衾して
Δυνητική
合衾できる
Προστακτική
合衾しろ
Βουλητική
合衾しよう
Υποθετική (ば)
合衾すれば