がっぴょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κοινή κριτική, από κοινού αξιολόγηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
合評する
Παρόν (ευγενικό)
合評します
Άρνηση (απλή)
合評しない
Άρνηση (ευγενική)
合評しません
Παρελθόν (απλό)
合評した
Παρελθόν (ευγενικό)
合評しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
合評しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
合評しませんでした
Τε-μορφή
合評して
Δυνητική
合評できる
Προστακτική
合評しろ
Βουλητική
合評しよう
Υποθετική (ば)
合評すれば