ごう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κοινά κεφάλαια, σύσταση συνεταιρισμού

Κλίση

Παρόν (απλό)
合資する
Παρόν (ευγενικό)
合資します
Άρνηση (απλή)
合資しない
Άρνηση (ευγενική)
合資しません
Παρελθόν (απλό)
合資した
Παρελθόν (ευγενικό)
合資しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
合資しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
合資しませんでした
Τε-μορφή
合資して
Δυνητική
合資できる
Προστακτική
合資しろ
Βουλητική
合資しよう
Υποθετική (ば)
合資すれば