あい

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός αξιοποιώ κατάλληλα τις ελεύθερες στιγμές μου
  2. 02 ιδιωματισμός διασχίζω ανάμεσα από πλήθος (π.χ. μέσα από το πλήθος)

Κλίση

Παρόν (απλό)
合間を縫う
Παρόν (ευγενικό)
合間を縫います
Άρνηση (απλή)
合間を縫わない
Άρνηση (ευγενική)
合間を縫いません
Παρελθόν (απλό)
合間を縫った
Παρελθόν (ευγενικό)
合間を縫いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
合間を縫わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
合間を縫いませんでした
Τε-μορφή
合間を縫って
Δυνητική
合間を縫える
Προστακτική
合間を縫え
Βουλητική
合間を縫おう
Υποθετική (ば)
合間を縫えば