合間を縫う
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ιδιωματισμός αξιοποιώ κατάλληλα τις ελεύθερες στιγμές μου
- 02 ιδιωματισμός διασχίζω ανάμεσα από πλήθος (π.χ. μέσα από το πλήθος)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 合間を縫う
- Παρόν (ευγενικό)
- 合間を縫います
- Άρνηση (απλή)
- 合間を縫わない
- Άρνηση (ευγενική)
- 合間を縫いません
- Παρελθόν (απλό)
- 合間を縫った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 合間を縫いました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 合間を縫わなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 合間を縫いませんでした
- Τε-μορφή
- 合間を縫って
- Δυνητική
- 合間を縫える
- Προστακτική
- 合間を縫え
- Βουλητική
- 合間を縫おう
- Υποθετική (ば)
- 合間を縫えば
- Υποθετική (たら)
- 合間を縫ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 合間を縫いたい
- Απαγορευτική (~な)
- 合間を縫うな
- Προστακτική (ευγενική)
- 合間を縫いなさい
- Παθητική
- 合間を縫われる
- Αιτιατική
- 合間を縫わせる