どうずる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συμφωνώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
同ずる
Παρόν (ευγενικό)
同ずます
Άρνηση (απλή)
同ずない
Άρνηση (ευγενική)
同ずません
Παρελθόν (απλό)
同ずた
Παρελθόν (ευγενικό)
同ずました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
同ずなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
同ずませんでした
Τε-μορφή
同ずて
Δυνητική
同ずられる
Προστακτική
同ずろ
Βουλητική
同ずよう
Υποθετική (ば)
同ずれば