どう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αφομοίωση, ενσωμάτωση
  2. 02 προσαρμογή
  3. 03 αφομοίωση, αναβολισμός
  4. 04 αφομοίωση (φωνολογία)

Κλίση

Παρόν (απλό)
同化する
Παρόν (ευγενικό)
同化します
Άρνηση (απλή)
同化しない
Άρνηση (ευγενική)
同化しません
Παρελθόν (απλό)
同化した
Παρελθόν (ευγενικό)
同化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
同化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
同化しませんでした
Τε-μορφή
同化して
Δυνητική
同化できる
Προστακτική
同化しろ
Βουλητική
同化しよう
Υποθετική (ば)
同化すれば