どうてい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ταυτοποίηση (κάποιου ως ίδιου με κάποιον άλλον), αναγνώριση (π.χ. ενός υπόπτου)

Κλίση

Παρόν (απλό)
同定する
Παρόν (ευγενικό)
同定します
Άρνηση (απλή)
同定しない
Άρνηση (ευγενική)
同定しません
Παρελθόν (απλό)
同定した
Παρελθόν (ευγενικό)
同定しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
同定しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
同定しませんでした
Τε-μορφή
同定して
Δυνητική
同定できる
Προστακτική
同定しろ
Βουλητική
同定しよう
Υποθετική (ば)
同定すれば