どうしつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ίδιο δωμάτιο
  2. 02 συγκατοίκηση στο ίδιο δωμάτιο, κατάληψη του ίδιου δωματίου

Κλίση

Παρόν (απλό)
同室する
Παρόν (ευγενικό)
同室します
Άρνηση (απλή)
同室しない
Άρνηση (ευγενική)
同室しません
Παρελθόν (απλό)
同室した
Παρελθόν (ευγενικό)
同室しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
同室しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
同室しませんでした
Τε-μορφή
同室して
Δυνητική
同室できる
Προστακτική
同室しろ
Βουλητική
同室しよう
Υποθετική (ば)
同室すれば