どうせき

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παρουσία (σε ίδια συνάντηση, περίσταση κ.λπ.), συμμετοχή (μαζί), κάθισμα μαζί, κάθισμα δίπλα
  2. 02 ίδια σειρά προτεραιότητας (καθισμάτων), ίδια βαθμίδα

Παραδείγματα

  • かれ同席どうせきしました

    Κάθισα μαζί του.

  • わたし会議かいぎ同席どうせきして意見いけんべました。

    Συμμετείχα στη συνάντηση και εξέφρασα την άποψή μου.

  • 社長しゃちょう同席どうせきゆるされたことで、その会合かいごう一層いっそう重要じゅうようなものとなりました。

    Με την παρουσία του προέδρου, η συνάντηση απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη σημασία.

Κλίση

Παρόν (απλό)
同席する
Παρόν (ευγενικό)
同席します
Άρνηση (απλή)
同席しない
Άρνηση (ευγενική)
同席しません
Παρελθόν (απλό)
同席した
Παρελθόν (ευγενικό)
同席しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
同席しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
同席しませんでした
Τε-μορφή
同席して
Δυνητική
同席できる
Προστακτική
同席しろ
Βουλητική
同席しよう
Υποθετική (ば)
同席すれば