同時に
άλλο, επίρρημα, σύνδεσμος | Μετάφραση από JMdict
- 01 ταυτόχρονα, συγχρόνως, παράλληλα
- 02 μόλις, τη στιγμή που, αμέσως μετά
- 03 αλλά ταυτόχρονα, επίσης, από την άλλη πλευρά
Παραδείγματα
-
彼と私は同時に話しました。
Αυτός κι εγώ μιλήσαμε ταυτόχρονα.
-
電車が着くと、同時にドアが開いた。
Μόλις έφτασε το τρένο, οι πόρτες άνοιξαν συγχρόνως.
-
この仕事は大変ですが、同時にやりがいもあります。
Αυτή η δουλειά είναι δύσκολη, αλλά ταυτόχρονα έχει και την ικανοποίησή της.