同衾
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 κοίμηση μαζί, συνευνή, συγκοίμηση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 同衾する
- Παρόν (ευγενικό)
- 同衾します
- Άρνηση (απλή)
- 同衾しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 同衾しません
- Παρελθόν (απλό)
- 同衾した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 同衾しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 同衾しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 同衾しませんでした
- Τε-μορφή
- 同衾して
- Δυνητική
- 同衾できる
- Προστακτική
- 同衾しろ
- Βουλητική
- 同衾しよう
- Υποθετική (ば)
- 同衾すれば
- Υποθετική (たら)
- 同衾したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 同衾したい
- Απαγορευτική (~な)
- 同衾するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 同衾しなさい
- Παθητική
- 同衾される
- Αιτιατική
- 同衾させる