どうしゃ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνεπιβαίνω στο ίδιο αυτοκίνητο
  2. 02 ίδιο αυτοκίνητο

Κλίση

Παρόν (απλό)
同車する
Παρόν (ευγενικό)
同車します
Άρνηση (απλή)
同車しない
Άρνηση (ευγενική)
同車しません
Παρελθόν (απλό)
同車した
Παρελθόν (ευγενικό)
同車しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
同車しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
同車しませんでした
Τε-μορφή
同車して
Δυνητική
同車できる
Προστακτική
同車しろ
Βουλητική
同車しよう
Υποθετική (ば)
同車すれば