άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δεν ανταποκρίνομαι στη φήμη μου (π.χ. εστιατόριο, βουλευτής, κ.λπ.), δεν αξίζω το όνομά μου, δεν δικαιούμαι να αποκαλούμαι έτσι

Κλίση

Παρόν (απλό)
名が泣く
Παρόν (ευγενικό)
名が泣きます
Άρνηση (απλή)
名が泣かない
Άρνηση (ευγενική)
名が泣きません
Παρελθόν (απλό)
名が泣いた
Παρελθόν (ευγενικό)
名が泣きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
名が泣かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
名が泣きませんでした
Τε-μορφή
名が泣いて
Δυνητική
名が泣ける
Προστακτική
名が泣け
Βουλητική
名が泣こう
Υποθετική (ば)
名が泣けば