けが

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κηλιδώνω το όνομα (κάποιου), αμαυρώνω τη φήμη (κάποιου)

Κλίση

Παρόν (απλό)
名を汚す
Παρόν (ευγενικό)
名を汚します
Άρνηση (απλή)
名を汚さない
Άρνηση (ευγενική)
名を汚しません
Παρελθόν (απλό)
名を汚した
Παρελθόν (ευγενικό)
名を汚しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
名を汚さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
名を汚しませんでした
Τε-μορφή
名を汚して
Δυνητική
名を汚せる
Προστακτική
名を汚せ
Βουλητική
名を汚そう
Υποθετική (ば)
名を汚せば