名乗り出る
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συστήνομαι, δηλώνω το όνομά μου (π.χ. ως το πρόσωπο που αναζητείται), εμφανίζομαι (π.χ. ως μάρτυρας, με κάποια αξίωση κ.λπ.)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 名乗り出る
- Παρόν (ευγενικό)
- 名乗り出ます
- Άρνηση (απλή)
- 名乗り出ない
- Άρνηση (ευγενική)
- 名乗り出ません
- Παρελθόν (απλό)
- 名乗り出た
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 名乗り出ました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 名乗り出なかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 名乗り出ませんでした
- Τε-μορφή
- 名乗り出て
- Δυνητική
- 名乗り出られる
- Προστακτική
- 名乗り出ろ
- Βουλητική
- 名乗り出よう
- Υποθετική (ば)
- 名乗り出れば
- Υποθετική (たら)
- 名乗り出たら
- Επιθυμητική (~たい)
- 名乗り出たい
- Απαγορευτική (~な)
- 名乗り出るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 名乗り出なさい
- Παθητική
- 名乗り出られる
- Αιτιατική
- 名乗り出させる