名な付づける

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονομάζω, αποκαλώ, βαφτίζω, χαρακτηρίζω

Παραδείγματα

  • 犬いぬにポチと名付なづけます。

    Θα ονομάσω τον σκύλο μου Πότσι.

  • 新あたらしい娘むすめに「さくら」と名付なづけました。

    Ονομάσαμε την κόρη μας «Σακούρα».

  • 昔むかしの人ひと々は子こどもの成長せいちょうを願ねがい、縁起えんぎのいい名前なまえを名付なづけることが多おおかったそうです。

    Λέγεται ότι στην αρχαιότητα, οι άνθρωποι συχνά έδιναν στα παιδιά τους ονόματα με καλή τύχη, ευχόμενοι την ανάπτυξή τους.

Κλίση

Παρόν (απλό)
名付ける
Παρόν (ευγενικό)
名付けます
Άρνηση (απλή)
名付けない
Άρνηση (ευγενική)
名付けません
Παρελθόν (απλό)
名付けた
Παρελθόν (ευγενικό)
名付けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
名付けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
名付けませんでした
Τε-μορφή
名付けて
Δυνητική
名付けられる
Προστακτική
名付けろ
Βουλητική
名付けよう
Υποθετική (ば)
名付ければ