ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονομασία, ονοματοδοσία, βάφτιση
  2. 02 συντομογραφία αρραβωνιαστικός, αρραβωνιαστικιά

Παραδείγματα

  • あかちゃんに名付けなづけました。

    Ονομάσαμε το μωρό.

  • 新商品しんしょうひん名付けなづけには時間じかんがかかりました。

    Το να ονομάσουμε το νέο προϊόν πήρε χρόνο.

  • 両親りょうしんは、子供こども健やかすこやか成長せいちょうねがい、一生懸命いっしょうけんめい名付けなづけかんがえました。

    Οι γονείς σκέφτηκαν πολύ σοβαρά το όνομα, με την ευχή το παιδί τους να μεγαλώσει υγιές.