名入れ
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αναγραφή ονόματος πάνω σε αντικείμενο (π.χ. χάραξη, εκτύπωση)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 名入れする
- Παρόν (ευγενικό)
- 名入れします
- Άρνηση (απλή)
- 名入れしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 名入れしません
- Παρελθόν (απλό)
- 名入れした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 名入れしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 名入れしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 名入れしませんでした
- Τε-μορφή
- 名入れして
- Δυνητική
- 名入れできる
- Προστακτική
- 名入れしろ
- Βουλητική
- 名入れしよう
- Υποθετική (ば)
- 名入れすれば
- Υποθετική (たら)
- 名入れしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 名入れしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 名入れするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 名入れしなさい
- Παθητική
- 名入れされる
- Αιτιατική
- 名入れさせる