まえせる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κερδίζω φήμη, αποκτώ όνομα

Κλίση

Παρόν (απλό)
名前を馳せる
Παρόν (ευγενικό)
名前を馳せます
Άρνηση (απλή)
名前を馳せない
Άρνηση (ευγενική)
名前を馳せません
Παρελθόν (απλό)
名前を馳せた
Παρελθόν (ευγενικό)
名前を馳せました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
名前を馳せなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
名前を馳せませんでした
Τε-μορφή
名前を馳せて
Δυνητική
名前を馳せられる
Προστακτική
名前を馳せろ
Βουλητική
名前を馳せよう
Υποθετική (ば)
名前を馳せれば