めいせい

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φήμη, υπόληψη, αναγνώριση

Παραδείγματα

  • かれ名声めいせいがあります。

    Έχει φήμη.

  • その歌手かしゅうた名声めいせいました。

    Αυτός ο τραγουδιστής απέκτησε φήμη με τα τραγούδια του.

  • 一度いちど名声めいせい維持いじするのは、それをれるよりもむずかしいとわれています。

    Λέγεται ότι το να διατηρήσεις τη φήμη που έχεις αποκτήσει είναι δυσκολότερο από το να την αποκτήσεις.