名寄せ
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συσχέτιση λογαριασμών που κατέχονται από το ίδιο πρόσωπο (από χρηματοπιστωτικά ιδρύματα), συγκέντρωση ονομάτων, διευθύνσεων κ.λπ., συγχώνευση σχετικών αρχείων
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 名寄せする
- Παρόν (ευγενικό)
- 名寄せします
- Άρνηση (απλή)
- 名寄せしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 名寄せしません
- Παρελθόν (απλό)
- 名寄せした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 名寄せしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 名寄せしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 名寄せしませんでした
- Τε-μορφή
- 名寄せして
- Δυνητική
- 名寄せできる
- Προστακτική
- 名寄せしろ
- Βουλητική
- 名寄せしよう
- Υποθετική (ば)
- 名寄せすれば
- Υποθετική (たら)
- 名寄せしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 名寄せしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 名寄せするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 名寄せしなさい
- Παθητική
- 名寄せされる
- Αιτιατική
- 名寄せさせる