めい

ουσιαστικό, επίθετο | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τιμή, κύρος, δόξα, φήμη, διάκριση
  2. 02 κύρος, αξιοπρέπεια, υπόληψη, τιμή, καλό όνομα
  3. 03 επίτιμος (π.χ. πρόεδρος, διδακτορικό)

Παραδείγματα

  • それはわたし名誉めいよです

    Είναι τιμή μου.

  • このしょう受賞じゅしょうできたことは、大変たいへん名誉めいよです

    Το να λάβω αυτό το βραβείο είναι μεγάλη τιμή.

  • 地域社会ちいきしゃかい貢献こうけんすることは、わたしたちにとっておおきな名誉めいよあり、よろこびでもあります。

    Το να προσφέρουμε στην τοπική κοινωνία αποτελεί για εμάς μεγάλη τιμή και χαρά συνάμα.