ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εμετώ, φτύνω
  2. 02 εκπνέω (π.χ. αέρα), φυσάω, εκτοξεύω (π.χ. καπνό), εκπέμπω, αποβιβάζω (π.χ. επιβάτες)
  3. 03 ξοδεύω (π.χ. αποταμιευμένα χρήματα), αναγκάζομαι να πληρώσω
  4. 04 εκτονώνω (π.χ. καταπιεσμένα συναισθήματα), εκφράζω
  5. 05 εξάγω, παράγω (ως έξοδο)

Παραδείγματα

  • 気分きぶんわるくてした

    Μου ήρθε αναγούλα και έκανα εμετό.

  • かれ会議かいぎ長年ながねん不満ふまんした

    Στη συνάντηση, εξέφρασε όλα τα παράπονά του που είχε για χρόνια.

  • 疲労ひろうとストレスがまり、ついにかれもりもった本音ほんねだれかにしたかった。

    Η συσσωρευμένη κούραση και το άγχος τον έκαναν να θέλει επιτέλους να εκτονώσει τα αληθινά του συναισθήματα σε κάποιον.

Κλίση

Παρόν (απλό)
吐き出す
Παρόν (ευγενικό)
吐き出します
Άρνηση (απλή)
吐き出さない
Άρνηση (ευγενική)
吐き出しません
Παρελθόν (απλό)
吐き出した
Παρελθόν (ευγενικό)
吐き出しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
吐き出さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
吐き出しませんでした
Τε-μορφή
吐き出して
Δυνητική
吐き出せる
Προστακτική
吐き出せ
Βουλητική
吐き出そう
Υποθετική (ば)
吐き出せば