吐はき捨すてる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φτύνω, πετάω, απορρίπτω

Παραδείγματα

  • 子供こどもがガムを吐はき捨すてた。

    Το παιδί έφτυσε μια τσίχλα.

  • 彼かれは私わたしの言葉ことばを吐はき捨すてるように言いった。

    Μου πέταξε τα λόγια με περιφρόνηση.

  • 過去かこの過あやまちをまるでゴミのように吐はき捨すてて前まえに進すすむべきだ。

    Πρέπει να αφήσουμε πίσω μας τα λάθη του παρελθόντος, σαν να ήταν σκουπίδια, και να προχωρήσουμε μπροστά.

Κλίση

Παρόν (απλό)
吐き捨てる
Παρόν (ευγενικό)
吐き捨てます
Άρνηση (απλή)
吐き捨てない
Άρνηση (ευγενική)
吐き捨てません
Παρελθόν (απλό)
吐き捨てた
Παρελθόν (ευγενικό)
吐き捨てました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
吐き捨てなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
吐き捨てませんでした
Τε-μορφή
吐き捨てて
Δυνητική
吐き捨てられる
Προστακτική
吐き捨てろ
Βουλητική
吐き捨てよう
Υποθετική (ば)
吐き捨てれば