吐く
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
Άλλες αναγνώσεις: はく
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα εκπνέω, αναπνέω
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα λέω (ψέματα), χρησιμοποιώ (βωμολοχίες)
- 03 συνήθως γραμμένο με κάνα κάνω εμετό, ξερνώ, αναγουλιάζω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 吐く
- Παρόν (ευγενικό)
- 吐きます
- Άρνηση (απλή)
- 吐かない
- Άρνηση (ευγενική)
- 吐きません
- Παρελθόν (απλό)
- 吐いた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 吐きました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 吐かなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 吐きませんでした
- Τε-μορφή
- 吐いて
- Δυνητική
- 吐ける
- Προστακτική
- 吐け
- Βουλητική
- 吐こう
- Υποθετική (ば)
- 吐けば
- Υποθετική (たら)
- 吐いたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 吐きたい
- Απαγορευτική (~な)
- 吐くな
- Προστακτική (ευγενική)
- 吐きなさい
- Παθητική
- 吐かれる
- Αιτιατική
- 吐かせる