むか

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 απέναντι, η απέναντι πλευρά

Παραδείγματα

  • いえむかかいにあります。

    Είναι απέναντι από το σπίτι.

  • えきむかかいにあるカフェで友達ともだちちます。

    Θα περιμένω τον φίλο μου στην καφετέρια απέναντι από τον σταθμό.

  • このまどからむかかいの建物たてものがよくえますが、よるになるとひと気配けはいがほとんどありません。

    Από αυτό το παράθυρο φαίνεται καθαρά το απέναντι κτίριο, αλλά το βράδυ, δεν υπάρχει σχεδόν καθόλου ανθρώπινη παρουσία.