かい

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αντικρίζω, βρίσκομαι απέναντι

Παραδείγματα

  • かれらは向かい合むかいあってすわっています。

    Κάθονται αντικριστά.

  • えき学校がっこうみちはさんで向かい合むかいあっています。

    Ο σταθμός και το σχολείο είναι αντικριστά, στην άλλη μεριά του δρόμου.

  • 複雑ふくざつ問題もんだい向かい合むかいあい、その解決策かいけつさく見出みいだすことは容易よういではありません。

    Το να αντιμετωπίζεις πολύπλοκα προβλήματα και να βρίσκεις λύσεις δεν είναι καθόλου εύκολο.

Κλίση

Παρόν (απλό)
向かい合う
Παρόν (ευγενικό)
向かい合います
Άρνηση (απλή)
向かい合わない
Άρνηση (ευγενική)
向かい合いません
Παρελθόν (απλό)
向かい合った
Παρελθόν (ευγενικό)
向かい合いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
向かい合わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
向かい合いませんでした
Τε-μορφή
向かい合って
Δυνητική
向かい合える
Προστακτική
向かい合え
Βουλητική
向かい合おう
Υποθετική (ば)
向かい合えば