向きになる
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα σοβαρεύομαι, παίρνω κάτι στα σοβαρά (π.χ. ένα αστείο ή πείραγμα), εκνευρίζομαι ή θυμώνω (ιδίως για κάτι ασήμαντο), αναστατώνομαι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 向きになる
- Παρόν (ευγενικό)
- 向きになります
- Άρνηση (απλή)
- 向きにならない
- Άρνηση (ευγενική)
- 向きになりません
- Παρελθόν (απλό)
- 向きになった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 向きになりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 向きにならなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 向きになりませんでした
- Τε-μορφή
- 向きになって
- Δυνητική
- 向きになれる
- Προστακτική
- 向きになれ
- Βουλητική
- 向きになろう
- Υποθετική (ば)
- 向きになれば
- Υποθετική (たら)
- 向きになったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 向きになりたい
- Απαγορευτική (~な)
- 向きになるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 向きになりなさい
- Παθητική
- 向きになられる
- Αιτιατική
- 向きにならせる