ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 είμαι απέναντι, αντικρίζω
  2. 02 αντιμετωπίζω (ένα ζήτημα)

Παραδείγματα

  • 彼女かのじょ向き合うむきあう

    Είμαι απέναντί της.

  • 現実げんじつ向き合うむきあう

    Αντιμετωπίζω την πραγματικότητα.

  • 自分じぶんよわさと真摯しんし向き合うむきあう必要ひつようがある。

    Πρέπει να αντιμετωπίσω με ειλικρίνεια τις αδυναμίες μου.

Κλίση

Παρόν (απλό)
向き合う
Παρόν (ευγενικό)
向き合います
Άρνηση (απλή)
向き合わない
Άρνηση (ευγενική)
向き合いません
Παρελθόν (απλό)
向き合った
Παρελθόν (ευγενικό)
向き合いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
向き合わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
向き合いませんでした
Τε-μορφή
向き合って
Δυνητική
向き合える
Προστακτική
向き合え
Βουλητική
向き合おう
Υποθετική (ば)
向き合えば