向むく

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 στρέφομαι προς, κοιτάζω (π.χ. πάνω, κάτω)
  2. 02 βλέπω προς (π.χ. ανατολικά), έχω πρόσοψη προς (για κτίριο, παράθυρο κ.λπ.), ατενίζω
  3. 03 δείχνω, στρέφομαι (για βέλος, βελόνα πυξίδας κ.λπ.)
  4. 04 μου ταιριάζει, είμαι κατάλληλος για, ενδείκνυμαι
  5. 05 στρέφομαι προς, κλίνω προς (για ενδιαφέροντα, συναισθήματα κ.λπ.), έχω την τάση να κάνω

Παραδείγματα

  • 家いえは南みなみを向むいています。

    Το σπίτι κοιτάει νότια.

  • この仕事しごとは私わたしには向むいていません。

    Αυτή η δουλειά δεν μου ταιριάζει.

  • どんな逆境ぎゃっきょうでも、前まえを向むいて進すすむ姿勢しせいが大切たいせつです。

    Σε κάθε δυσκολία, είναι σημαντικό να έχεις τη στάση να κοιτάς μπροστά και να προχωράς.

Κλίση

Παρόν (απλό)
向く
Παρόν (ευγενικό)
向きます
Άρνηση (απλή)
向かない
Άρνηση (ευγενική)
向きません
Παρελθόν (απλό)
向いた
Παρελθόν (ευγενικό)
向きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
向かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
向きませんでした
Τε-μορφή
向いて
Δυνητική
向ける
Προστακτική
向け
Βουλητική
向こう
Υποθετική (ば)
向けば