向け直る
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αλλάζω κατεύθυνση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 向け直る
- Παρόν (ευγενικό)
- 向け直ります
- Άρνηση (απλή)
- 向け直らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 向け直りません
- Παρελθόν (απλό)
- 向け直った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 向け直りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 向け直らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 向け直りませんでした
- Τε-μορφή
- 向け直って
- Δυνητική
- 向け直れる
- Προστακτική
- 向け直れ
- Βουλητική
- 向け直ろう
- Υποθετική (ば)
- 向け直れば
- Υποθετική (たら)
- 向け直ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 向け直りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 向け直るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 向け直りなさい
- Παθητική
- 向け直られる
- Αιτιατική
- 向け直らせる