ぎんずる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ψάλλω, απαγγέλλω, τραγουδώ
  2. 02 γράφω (ποίημα), συνθέτω

Κλίση

Παρόν (απλό)
吟ずる
Παρόν (ευγενικό)
吟ずます
Άρνηση (απλή)
吟ずない
Άρνηση (ευγενική)
吟ずません
Παρελθόν (απλό)
吟ずた
Παρελθόν (ευγενικό)
吟ずました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
吟ずなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
吟ずませんでした
Τε-μορφή
吟ずて
Δυνητική
吟ずられる
Προστακτική
吟ずろ
Βουλητική
吟ずよう
Υποθετική (ば)
吟ずれば