吟行
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 μετάβαση σε γραφικές τοποθεσίες, ερείπια κ.λπ. προς αναζήτηση έμπνευσης για ουάκα ή χάικου
- 02 απαγγελία ή σύνθεση ποίησης κατά το περπάτημα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 吟行する
- Παρόν (ευγενικό)
- 吟行します
- Άρνηση (απλή)
- 吟行しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 吟行しません
- Παρελθόν (απλό)
- 吟行した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 吟行しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 吟行しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 吟行しませんでした
- Τε-μορφή
- 吟行して
- Δυνητική
- 吟行できる
- Προστακτική
- 吟行しろ
- Βουλητική
- 吟行しよう
- Υποθετική (ば)
- 吟行すれば
- Υποθετική (たら)
- 吟行したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 吟行したい
- Απαγορευτική (~な)
- 吟行するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 吟行しなさい
- Παθητική
- 吟行される
- Αιτιατική
- 吟行させる