ふくみおく

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κατανοώ, έχω κατά νου

Κλίση

Παρόν (απλό)
含みおく
Παρόν (ευγενικό)
含みおきます
Άρνηση (απλή)
含みおかない
Άρνηση (ευγενική)
含みおきません
Παρελθόν (απλό)
含みおいた
Παρελθόν (ευγενικό)
含みおきました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
含みおかなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
含みおきませんでした
Τε-μορφή
含みおいて
Δυνητική
含みおける
Προστακτική
含みおけ
Βουλητική
含みおこう
Υποθετική (ば)
含みおけば