吸い上げる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ρουφώ, αντλώ, αναρροφώ, απορροφώ, εξάγω
- 02 υπεξαιρώ (κέρδη κ.λπ.), εκμεταλλεύομαι
- 03 συγκεντρώνω απόψεις, ελπίδες κ.λπ. άλλων
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 吸い上げる
- Παρόν (ευγενικό)
- 吸い上げます
- Άρνηση (απλή)
- 吸い上げない
- Άρνηση (ευγενική)
- 吸い上げません
- Παρελθόν (απλό)
- 吸い上げた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 吸い上げました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 吸い上げなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 吸い上げませんでした
- Τε-μορφή
- 吸い上げて
- Δυνητική
- 吸い上げられる
- Προστακτική
- 吸い上げろ
- Βουλητική
- 吸い上げよう
- Υποθετική (ば)
- 吸い上げれば
- Υποθετική (たら)
- 吸い上げたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 吸い上げたい
- Απαγορευτική (~な)
- 吸い上げるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 吸い上げなさい
- Παθητική
- 吸い上げられる
- Αιτιατική
- 吸い上げさせる