ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ρουφώ, αναρροφώ
  2. 02 αρχίζω να ρουφώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
吸い出す
Παρόν (ευγενικό)
吸い出します
Άρνηση (απλή)
吸い出さない
Άρνηση (ευγενική)
吸い出しません
Παρελθόν (απλό)
吸い出した
Παρελθόν (ευγενικό)
吸い出しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
吸い出さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
吸い出しませんでした
Τε-μορφή
吸い出して
Δυνητική
吸い出せる
Προστακτική
吸い出せ
Βουλητική
吸い出そう
Υποθετική (ば)
吸い出せば