吸すい込こむ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εισπνέω, αναπνέω, ρουφάω, απορροφάω
  2. 02 καταπίνω (μέσα σε πλήθος, σε δίνη, στο σκοτάδι κ.λπ.), παρασύρω, ρουφάω μέσα

Παραδείγματα

  • 深ふかく息いきを吸すい込こむ。

    Παίρνω μια βαθιά ανάσα.

  • 新鮮しんせんな空気くうきを体中からだじゅうに吸すい込こんだ。

    Εισέπνευσα φρέσκο αέρα σε όλο μου το σώμα.

  • 彼女かのじょの魅力みりょくは、まるで周まわりの人ひとを皆みな、自分じぶんの世界せかいに吸すい込こむかのように強烈きょうれつだった。

    Η γοητεία της ήταν τόσο έντονη, σαν να ρουφούσε όλους τους γύρω της στον δικό της κόσμο.

Κλίση

Παρόν (απλό)
吸い込む
Παρόν (ευγενικό)
吸い込みます
Άρνηση (απλή)
吸い込まない
Άρνηση (ευγενική)
吸い込みません
Παρελθόν (απλό)
吸い込んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
吸い込みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
吸い込まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
吸い込みませんでした
Τε-μορφή
吸い込んで
Δυνητική
吸い込める
Προστακτική
吸い込め
Βουλητική
吸い込もう
Υποθετική (ば)
吸い込めば