吹かす
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 καπνίζω (τσιγάρο, πίπα κ.λπ.), φουσκώνω, βγάζω καπνό
- 02 μαρσάρω (κινητήρα), ανεβάζω στροφές
- 03 υποκρίνομαι, προσποιούμαι, παριστάνω
- 04 συνήθως γραμμένο με κάνα σουτάρω την μπάλα πολύ ψηλά, στέλνω την μπάλα πάνω από το οριζόντιο δοκάρι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 吹かす
- Παρόν (ευγενικό)
- 吹かします
- Άρνηση (απλή)
- 吹かさない
- Άρνηση (ευγενική)
- 吹かしません
- Παρελθόν (απλό)
- 吹かした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 吹かしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 吹かさなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 吹かしませんでした
- Τε-μορφή
- 吹かして
- Δυνητική
- 吹かせる
- Προστακτική
- 吹かせ
- Βουλητική
- 吹かそう
- Υποθετική (ば)
- 吹かせば
- Υποθετική (たら)
- 吹かしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 吹かしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 吹かすな
- Προστακτική (ευγενική)
- 吹かしなさい
- Παθητική
- 吹かされる
- Αιτιατική
- 吹かさせる