がる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τινάζομαι στον αέρα, στροβιλίζομαι προς τα πάνω
  2. 02 αναβλύζω (για νερό, ατμό κ.λπ.), εκτοξεύομαι, ωθούμαι προς τα πάνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
吹き上がる
Παρόν (ευγενικό)
吹き上がります
Άρνηση (απλή)
吹き上がらない
Άρνηση (ευγενική)
吹き上がりません
Παρελθόν (απλό)
吹き上がった
Παρελθόν (ευγενικό)
吹き上がりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
吹き上がらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
吹き上がりませんでした
Τε-μορφή
吹き上がって
Δυνητική
吹き上がれる
Προστακτική
吹き上がれ
Βουλητική
吹き上がろう
Υποθετική (ば)
吹き上がれば