ける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φυσώ πάνω σε, ψεκάζω (μπογιά κ.λπ. σε μια επιφάνεια)

Κλίση

Παρόν (απλό)
吹き付ける
Παρόν (ευγενικό)
吹き付けます
Άρνηση (απλή)
吹き付けない
Άρνηση (ευγενική)
吹き付けません
Παρελθόν (απλό)
吹き付けた
Παρελθόν (ευγενικό)
吹き付けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
吹き付けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
吹き付けませんでした
Τε-μορφή
吹き付けて
Δυνητική
吹き付けられる
Προστακτική
吹き付けろ
Βουλητική
吹き付けよう
Υποθετική (ば)
吹き付ければ