ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αναβλύζω, ξεπηδώ, εκτοξεύομαι
  2. 02 βλασταίνω, φυτρώνω
  3. 03 ξεσπώ σε γέλια
  4. 04 ειδικά ως 吹き出す φυσώ (καπνό κ.λπ.), εκπνέω
  5. 05 βγάζω βλαστούς (για δέντρο)

Παραδείγματα

  • かれ突然とつぜんわらいをした

    Ξαφνικά ξέσπασε σε γέλια.

  • 火山かざん噴火ふんか大量たいりょうけむりした

    Με την έκρηξη του ηφαιστείου, βγήκε μεγάλη ποσότητα καπνού.

  • 彼女かのじょ突拍子とっぴょうしもない冗談じょうだんに、おもわずんでいたコーヒーをしそうになった。

    Το απροσδόκητο αστείο της με έκανε να παραλίγο να φτύσω τον καφέ που έπινα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
吹き出す
Παρόν (ευγενικό)
吹き出します
Άρνηση (απλή)
吹き出さない
Άρνηση (ευγενική)
吹き出しません
Παρελθόν (απλό)
吹き出した
Παρελθόν (ευγενικό)
吹き出しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
吹き出さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
吹き出しませんでした
Τε-μορφή
吹き出して
Δυνητική
吹き出せる
Προστακτική
吹き出せ
Βουλητική
吹き出そう
Υποθετική (ば)
吹き出せば