ける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φυσώ ώστε να διαχωρίσω, ξεδιαλέγω με τη χρήση αέρα, λιώνω μέταλλο για τον διαχωρισμό του

Κλίση

Παρόν (απλό)
吹き分ける
Παρόν (ευγενικό)
吹き分けます
Άρνηση (απλή)
吹き分けない
Άρνηση (ευγενική)
吹き分けません
Παρελθόν (απλό)
吹き分けた
Παρελθόν (ευγενικό)
吹き分けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
吹き分けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
吹き分けませんでした
Τε-μορφή
吹き分けて
Δυνητική
吹き分けられる
Προστακτική
吹き分けろ
Βουλητική
吹き分けよう
Υποθετική (ば)
吹き分ければ