える

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μεταγλωττίζω
  2. 02 επανακόβω νόμισμα

Κλίση

Παρόν (απλό)
吹き替える
Παρόν (ευγενικό)
吹き替えます
Άρνηση (απλή)
吹き替えない
Άρνηση (ευγενική)
吹き替えません
Παρελθόν (απλό)
吹き替えた
Παρελθόν (ευγενικό)
吹き替えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
吹き替えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
吹き替えませんでした
Τε-μορφή
吹き替えて
Δυνητική
吹き替えられる
Προστακτική
吹き替えろ
Βουλητική
吹き替えよう
Υποθετική (ば)
吹き替えれば