吹き止む
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 σταματώ να φυσώ (για τον άνεμο), κοπάζω, καταλαγιάζω, εξασθενώ
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 吹き止む
- Παρόν (ευγενικό)
- 吹き止みます
- Άρνηση (απλή)
- 吹き止まない
- Άρνηση (ευγενική)
- 吹き止みません
- Παρελθόν (απλό)
- 吹き止んだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 吹き止みました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 吹き止まなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 吹き止みませんでした
- Τε-μορφή
- 吹き止んで
- Δυνητική
- 吹き止める
- Προστακτική
- 吹き止め
- Βουλητική
- 吹き止もう
- Υποθετική (ば)
- 吹き止めば
- Υποθετική (たら)
- 吹き止んだら
- Επιθυμητική (~たい)
- 吹き止みたい
- Απαγορευτική (~な)
- 吹き止むな
- Προστακτική (ευγενική)
- 吹き止みなさい
- Παθητική
- 吹き止まれる
- Αιτιατική
- 吹き止ませる