吹き流す
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 παρασύρω με τον άνεμο, εκτρέπω (πλοίο) από την πορεία του λόγω ανέμου
- 02 κάνω να κυματίζει, υψώνω (σημαία)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 吹き流す
- Παρόν (ευγενικό)
- 吹き流します
- Άρνηση (απλή)
- 吹き流さない
- Άρνηση (ευγενική)
- 吹き流しません
- Παρελθόν (απλό)
- 吹き流した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 吹き流しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 吹き流さなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 吹き流しませんでした
- Τε-μορφή
- 吹き流して
- Δυνητική
- 吹き流せる
- Προστακτική
- 吹き流せ
- Βουλητική
- 吹き流そう
- Υποθετική (ば)
- 吹き流せば
- Υποθετική (たら)
- 吹き流したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 吹き流したい
- Απαγορευτική (~な)
- 吹き流すな
- Προστακτική (ευγενική)
- 吹き流しなさい
- Παθητική
- 吹き流される
- Αιτιατική
- 吹き流させる