吹き込む
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 φυσώ μέσα, μπαίνω (για αέρα, βροχή κ.λπ.)
- 02 φυσώ (αέρα) μέσα (π.χ. σε μπαλόνι), εμφυσώ, δίνω νέα πνοή
- 03 εμπνέω (κάποιον), βάζω ιδέες (στο μυαλό κάποιου), ενσταλάζω, εμφυσώ, κατηχώ
- 04 ηχογραφώ (ήχο, σε κασέτα, βινύλιο κ.λπ.)
Παραδείγματα
-
窓から風が吹き込む。
Από το παράθυρο μπαίνει αέρας.
-
先生は私たちに新しい考えを吹き込んでくれた。
Ο δάσκαλος μάς ενέπνευσε νέες ιδέες.
-
子供の頃に親から吹き込まれた考え方が、今の自分の人生に大きな影響を与えている。
Οι ιδέες που μου ενέπνευσαν οι γονείς μου όταν ήμουν παιδί, επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό τη ζωή μου σήμερα.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 吹き込む
- Παρόν (ευγενικό)
- 吹き込みます
- Άρνηση (απλή)
- 吹き込まない
- Άρνηση (ευγενική)
- 吹き込みません
- Παρελθόν (απλό)
- 吹き込んだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 吹き込みました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 吹き込まなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 吹き込みませんでした
- Τε-μορφή
- 吹き込んで
- Δυνητική
- 吹き込める
- Προστακτική
- 吹き込め
- Βουλητική
- 吹き込もう
- Υποθετική (ば)
- 吹き込めば
- Υποθετική (たら)
- 吹き込んだら
- Επιθυμητική (~たい)
- 吹き込みたい
- Απαγορευτική (~な)
- 吹き込むな
- Προστακτική (ευγενική)
- 吹き込みなさい
- Παθητική
- 吹き込まれる
- Αιτιατική
- 吹き込ませる