かえ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πνέω προς την αντίθετη κατεύθυνση, αναζωογονούμαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
吹き返す
Παρόν (ευγενικό)
吹き返します
Άρνηση (απλή)
吹き返さない
Άρνηση (ευγενική)
吹き返しません
Παρελθόν (απλό)
吹き返した
Παρελθόν (ευγενικό)
吹き返しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
吹き返さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
吹き返しませんでした
Τε-μορφή
吹き返して
Δυνητική
吹き返せる
Προστακτική
吹き返せ
Βουλητική
吹き返そう
Υποθετική (ば)
吹き返せば